Το έτος 843 μ.χ. στις 11 Μαρτίου, επί πατριάρχου Μεθοδίου και Βασιλίσσης Θεοδώρας, ενδημούσα Σύνοδος στην Κων/πολη ανώρθωσε την 7η Οικ.Σύνοδο, αναστήλωσε την προσκύνηση των Ιερών εικόνων και εθέσπισε την εορτή ως «Κυριακή της Ορθοδοξίας». Από τότε έχουν περάσει 1.183 χρόνια και παραμένει επίκαιρη η εορτή αυτή αυτό φανερώνει την διαχρονική νίκη της Ορθοδόξου Χριστιανικής Πίστεως έναντι των οιωνδήποτε φθοροποιών αιρέσεων.

Η εικονομαχία ως μία τεράστια μεταρρυθμιστική προσπάθεια, στράφηκε κυρίως εναντίον των Ιερών Εικόνων και έληξε το 787 μ.χ. με τις αποφάσεις της 7ης Οικ. Συνόδου. Οι 367 Πατέρες της Συνόδου διεκήρυξαν: «Ο κύριος σκοπός της χρήσεως των σεπτών εικόνων είναι, εκτός από την «θεοπρεπή ευκοσμία», το στόλισμα δηλαδή των Ιερών Ναών, αφενός μεν η αναγνώριση της αγιότητας και η απόδοση της τιμητικής προσκυνήσεως, η οποία μεταβαίνει στα εικονιζόμενα ιερά πρόσωπα και αφετέρου όσο συχνότερα βλέπουν οι πιστοί στις εικόνες τις ιερές μορφές, τόσο περισσότερο αυξάνεται ο σεβασμός και η επιθυμία να μιμηθούν το παράδειγμά τους.
Επίσης, η εικόνα ομολογεί ότι πραγματικά ο κύριος ημών Ιησούς Χριστός έγινε άνθρωπος και κατοίκησε ανάμεσά μας, εκφράζοντας με αυτόν τον τρόπο το μυστήριο της σωτηρίας του ανθρώπου.
Μακαριώτατε Αρχιεπίσκοπε Αθηνών και πάσης Ελλάδος των Γνησίων Ορθόδοξων Χριστιανών κ. Καλλίνικε,
Άγιοι Αρχιερείς,
Τίμιον Πρεσβυτέριον,
Σεπτή Διακονία,
Οσιώτατοι Μοναχοί & Μοναχαί,
Χορεία των Ιεροψαλτών,
Περιούσιε λαέ του Kυρίου,
Ο Χριστιανισμός, η Χριστιανική Εκκλησία αντιμετώπισε από την ίδρυσή της όχι μόνο εξωτερικούς εχθρούς αλλά και εσωτερικούς είναι οι ψευδοπροφήται και ψευδοδιδάσκαλοι, είναι οι διάφορες αιρέσεις και οι αιρετικοί. Ο κύριος ημών Ιησούς Χριστός μάς προειδοποιεί στο Ιερό Ευαγγέλιο: « θα αναφανούν ψευδόχριστοι και ψευδοπροφήται και θα δώσουν μεγάλα σημεία, θα κάνουν μεγάλα θαύματα ώστε να πλανήσουν, εάν είναι δυνατόν και αυτούς ακόμα τους εκλεκτούς…….(Ματθ.Κ.Δ.,24).
Η Εκκλησιαστική Ιστορία μάς περιγράφει τις δεκάδες των αιρέσεων, τις οποίες αντιμετώπισαν οι άγιοι πατέρες με τις τοπικές και Οικουμενικές Συνόδους και διατύπωσαν την Ορθόδοξη διδασκαλία, την Ορθόδοξη Πίστη.
Το φαινόμενο των αιρέσεων παρουσιάζεται και πρό χριστού στον λαό του Ισραήλ αλλά και στον ειδωλολατρικό κόσμο. Έχουμε την ανάμειξη των αρχαίων πολιτισμών με αποτέλεσμα και την ανάμειξη των αρχαίων θρησκειών αναμειγνύονταν θρησκείες, θεοί και θεότητες αλλά και θρησκευτικές τελετές. Το φαινόμενο αυτό ονομάζεται θρησκευτικός συγκρητισμός.
Για να αντιληφθούμε το πόσο φοβερός και αντίχριστος και δαιμονικός είναι ο θρησκευτικός συγκρητισμός, θα πρέπει να ανατρέξουμε στην Αγία Γραφή πού είναι η πηγή της πίστεώς μας.
Στην Παλαιά Διαθήκη, πρό χριστού, ο θεός επιλέγει-εκλέγει τους Ισραηλίτες ως περιούσιο, ως εκλεκτό του λαό: «όχι για τις αρετές του, ούτε για την αγνότητα και ευσέβεια της καρδίας του, αλλά για την αθεράπευτη ασέβεια των ειδωλολατρών» (Δευτ.θ,5). Και παρ’όλο πού ο θεός τούς ελευθερώνει από τους Αιγυπτίους και τους σώζει με θαυμαστά γεγονότα στην έρημο, άρχοντες και λαός εξέπεσαν στον Θρησκευτικό Συγκρητισμό λατρεύοντας ακόμη και τα είδωλα.
Ο Θεός είναι απόλυτος στο θέμα της καθαρότητος της πίστεως και της λατρείας. Στην πρώτη εντολή του Δεκάλογου το λέγει ξεκάθαρα: «Εγώ είμαι Κύριος ο Θεός σου, δεν υπάρχουν για’σένα άλλοι θεοί πλήν εμού»(εξοδ.κ,2). Όταν ο Μωϋσής κατέβαινε από το Όρος Σινά κρατώντας στα χέρια του τις δύο πλάκες των Δέκα Εντολών και είδε τους Ισραηλίτες να λατρεύουν το χρυσό μοσχάρι, σύμβολο του θεού Βάαλ των Χαναναίων, από τον θυμό του επέταξε τις πλάκες των Δέκα Εντολών κάνοντάς τες κομμάτια στη συνέχεια κατέκαυσε το χρυσό μοσχάρι σε σκόνη, την οποία έριξε στον χείμαρρο που κατεβαίνει από το όρος Σινά (Δευτ.Θ,21& Εξοδ.1 Β,4).
Από τους Βασιλείς του Βορείου και Νότιου Βασιλείου, του λαού του θεού οι περισσότεροι ήσαν ασεβείς και αυταρχικοί και έπραξαν πονηρά ενώπιον του Κυρίου. Εβάδισαν τον δρόμο της ειδωλολατρίας και με την λατρεία στον αληθινό θεό, ο λαός εξακολουθούσε να θυσιάζει και να προσφέρει θυμιάματα και στους ειδωλολατρικούς θεούς. Στην Π.Δ. το φαινόμενο αυτό ονομάζεται πνευματική μοιχεία δηλαδή να πιστεύουμε στον αληθινό θεό, αλλά να πιστεύουμε και στις προλήψεις και στις δεισιδαιμονίες, όπως γίνεται δυστυχώς και στην εποχή μας από πολλούς χριστιανούς.
Από το Νότιο Βασίλειο εξαίρεση ήταν οι Βασιλείς Εζεκίας και Ιωσίας, οι οποίοι έπραξαν το σωστό ενώπιον του Κυρίου και κατέστρεψαν τα προσκυνήματα και αγάλματα των ειδωλολατρών.
Ο Βασιλιάς Εζεκίας, περί το 720 π.χ., κατέστρεψε το χάλκινο φίδι που κατασκεύασε ο Μωϋσής στην έρημο, γιατί μέχρι των ημερών του οι Ισραηλίτες προσέφεραν σ’αυτό, θυμίαμα λατρείας ως προς θεόν. (Δ.Βασιλ.ΙΗ,4). Όλοι οι προφήται, ο Ηλίας, ο Αμώς, ο Ωσηέ, ο Ησαΐας, ο Ιερεμίας και άλλοι ελέγχουν με θάρρος τους άρχοντες, τους Ιερείς και τον λαό, για την απομάκρυνση τους από τον αληθινό Θεό, γι’αυτό και διώχτηκαν και θανατώθηκαν από τους συμπατριώτες τους να θυμηθούμε τα λόγια του χριστού μας: «Ιερουσαλήμ, Ιερουσαλήμ που σκοτώνεις τους προφήτες…,(Ματθ.Κ.Δ.,37). Από αυτόν λοιπόν τον Θρησκευτικό Συγκρητισμό, που συνεχίζεται και μετά χριστόν, προέρχεται η φοβερή παναίρεση του Γνωστικισμού.
Στα χρόνια των αγίων Αποστόλων η Χριστιανική Εκκλησία των πρώτων αιώνων, έχει να παλέψει με συγκρητιστικές ιουδαΐζουσες αιρέσεις, που αναμειγνύουν ιουδαϊκές και χριστιανικές διδασκαλίες. Και τότε παρουσιάστηκε δυναμικά η φοβερή παναίρεση με το όνομα Γνωστικισμός, που έφθασε στο σημείο να απειλήσει την Χριστιανική Πίστη με το να την συγχωνεύσει στην χοάνη των αιρέσεων.
Ο Χριστιανισμός που ήλθε από την αρχή αντιμέτωπος με τον Γνωστικισμό, αγωνίστηκε με όλες τις δυνάμεις του να εμποδίσει την πλημμύρα του και να διατηρήσει ανόθευτη την Αποστολική Παράδοση. Οι ίδιοι οι άγιοι Απόστολοι αντιμετώπισαν με σθένος κάθε απόπειρα διεισδύσεως της Γνώσεως, με οποιαδήποτε μορφή, στην εκκλησία, αντικρούοντας και καταπολεμώντας τους Γνωστικούς με τις διδασκαλίες τους, τόσο προφορικά όσο και γραπτά με τα συγγράμματα της Καινής Διαθήκης.
Το πολύπλοκο κίνημα της Γνώσεως έκανε την εμφάνιση του κατά τον δεύτερο με πρώτο αιώνα π.χ. ως τον τέταρτο αιώνα μ.χ. Οι Γνωστικοί διεσπαρμένοι σε διάφορες αυτόνομες κοινότητες, χωρίς συγκεντρωτικό ιερατείο, παρουσιάστηκαν ταυτόχρονα σχεδόν σε πολλά γεωγραφικά μέρη της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας με διάφορα ονόματα των αρχηγών των αιρέσεων Νικολαΐτες, Εβιωναίοι, Ελκεσαίοι, Σαμαρείτες, η αίρεση του Κηρίνθου, του Σίμωνος μάγου, Δοσιθέου, Μενάνδρου, Σατορνείλου, Βασιλείδη, Ισιδώρου, Καρποκράτους, Δοκήτες, Εγκρατίτες κ.α.
Όλοι αυτοί που αντιπροσώπευαν το συνονθύλευμα του Γνωστικισμού πήραν διδασκαλίες και θεωρίες από τις ειδωλολατρικές θρησκείες των Περσών, της Βαβυλωνίας, της Συρίας, της Αιγύπτου, των αρχαίων Ελλήνων, από τον Ιουδαϊσμό και σαν πολύμορφη θρησκευτική κίνηση, όπως ήταν επόμενο, με την εμφάνιση του Χριστιανισμού προσπάθησε να παραλάβει όσες διδασκαλίες θεωρούσε απαραίτητες, όπως το πρόσωπο του Ιησού Χριστού και τα κυριότερα σημεία της χριστιανικής σωτηριολογίας και να τις προσαρμόσει στο συγκρητισμό.
Οι διδασκαλίες του Γνωστικισμού είναι πολλές, όπως πολλοί είναι και οι αρχηγοί των αιρέσεων που ανήκουν στο κίνημα αυτό θα αναφέρουμε ενδεικτικά: Διδάσκει ότι ο δημιουργός θεός της Π. Διαθήκης, του νόμου και των προφητών, ο θεός του Ισραήλ, συγκρούεται με τον αγαθό θεό, τον πατέρα του Ιησού Χριστού και ότι ο κόσμος θεωρείται ως δημιούργημα κάποιας κατώτερης θεϊκής δύναμης γι’αυτό και επικρατεί το κακό.
Επίσης εκφράζεται με τη θέση ότι ούτε η πίστη είναι χρήσιμη, ούτε η Ηθική, ούτε η Λατρεία, αλλά μόνο η γνώση είναι σε θέση να οδηγήσει στη σωτηρία και αυτή η γνώση είναι η επίγνωση του ανθρώπου, η αυτογνωσία μέσω της οποίας ο άνθρωπος φτάνει στον θεό. Δίδασκαν ότι η παρουσία του Χριστού στον κόσμο ήταν φαινομενική. Ο Χριστός ενώθηκε με τον άνθρωπο Ιησού κατά την Βάπτιση στον Ιορδάνη ποταμό. Το πάθος ήταν φαινομενικό, φανταστικό, αφού δεν σταυρώθηκε ο ίδιος ο Χριστός, αλλά ο Σίμων ο Κυρηναίος στον οποίο ο Χριστός έδωσε την μορφή του.
Ορισμένοι Γνωστικοί θεωρούσαν την ύλη κακή και ακάθαρτη και ακολούθησαν αυστηρή ασκητική ζωή για να καταστρέψουν το σώμα. Άλλοι πάλι για να καταστρέψουν το σώμα, επιδίδονταν σε ακόρεστη απόλαυση κάθε υλικής ηδονής, ώστε ν’ανοίξει ο δρόμος προς την καθαρή γνώση και λύτρωση. Παράλογες και ακατανόητες διδασκαλίες.
Οι άγιοι Απόστολοι και οι Αποστολικοί Πατέρες είναι εκείνοι που διέγνωσαν τον μεγάλο κίνδυνο που διέτρεχε ο Χριστιανισμός από τον Γνωστικισμό, γι’αυτό και αγωνίστηκαν με όλες τις δυνάμεις τους εναντίον του. Όλη η Κ. Διαθήκη αποτελεί ζωντανή μαρτυρία για τον αγώνα της Εκκλησίας κατά των ετεροδιδασκαλιών πού έχει το ψεύτικο όνομα της Γνώσεως, όταν αυτή βρισκόταν σε εξέλιξη και επετίθετο με συγκρητιστικές διαθέσεις κατά του Χριστιανισμού.
Ίσως ο Ευαγγελιστής Ιωάννης για να αποκρούσει τον Γνωστικισμό, έγραψε το Ευαγγέλιο και τις επιστολές. Από την αρχή ως το τέλος επιμένει πώς: « Ο Λόγος σάρξ εγένετο» (Ιωάν.Α,14), δηλαδή ο Χριστός αληθινά σαρκώθηκε και αληθινά τον είδαν οι αυτόπτες μάρτυρες.
Γνωρίζοντας ο απ. Παύλος τις διδασκαλίες του Γνωστικισμού, μέσω των επιστολών του προτρέπει τους χριστιανούς να είναι προσεκτικοί. Στον μαθητή του Τιμόθεο εφιστά την προσοχή: « Ω Τιμόθεε, τον πολύτιμο θησαυρό της αληθείας του Ευαγγελίου φύλαξε τον ανόθευτον, αποφεύγοντας τις βλάσφημες φλυαρίες και αντιλογίες της πλάνης, η οποία φέρει το ψεύτικο όνομα της Γνώσεως».(Α΄Τιμ,ΣΤ.20). Γι’αυτό και στον μαθητή του Τίτο δίνει την διαχρονική συμβουλή: «Αιρετικόν άνθρωπον, ο οποίος ύστερα από πρώτην και δευτέραν συμβουλήν παραμένει στην πλάνην του, παράτησέ τον και μη συζητάς πλέον μαζί του» (ΤΙΤ.Γ,10).
Οι διάδοχοι των αγ. Αποστόλων, οι αποστολικοί πατέρες άγιοι Ιγνάτιος, Πολύκαρπος, Ιππόλυτος, Ειρηναίος κ.α. αγωνίστηκαν δυναμικά εναντίον του Γνωστικισμού το γνωρίζουμε από τα συγγράμματά τους. Αργότερα, οι Εκκλησιαστικοί συγγραφείς: Ωριγένης, Κλήμης Αλεξανδρεύς, Ευσέβιος Καισαρείας, ο άγιος Επιφάνιος μας δίνουν πολλές πληροφορίες για την παναίρεση του Γνωστικισμού.
Από την εποχή λοιπόν των αγ. Αποστόλων, εδώ και 2.000 χρόνια, παρουσιάστηκαν πολλές αιρέσεις πού πολέμησαν και κομμάτιασαν την Εκκλησία του Χριστού. Όλες αυτές οι αιρέσεις προετοίμασαν την εμφάνιση, στην εποχή μας, της σατανικής παναίρεσης του Οικουμενισμού, η οποία προωθείται από Πατριάρχες και Μητροπολίτες, «από λύκους βαρεις μη φειδόμενοι του ποιμνίου» (Πραξ. Κ,29), λύκους φοβερούς με εμφάνιση προβάτου, που δεν λυπούνται τα λογικά πρόβατα του Χριστού, όπως μας το λέει ξεκάθαρα ο απόστολος Παύλος.
Μακαριώτατε, άγιοι Αρχιερείς, Πατέρες, εν Χριστώ αδελφοί.
Σε νεότερα χρόνια, στα Βυζαντινά και ειδικά το 1054 μ.χ. η ενωμένη Εκκλησία του Χριστού, ο χριστιανικός κόσμος χωρίζεται σε Ανατολική Όρθόδοξη Εκκλησία με κέντρο το Πατριαρχείο της Κων/πόλεως και σε Δυτική λεγόμενη Παπική Εκκλησία με κέντρο το Πατριαρχείο της Ρώμης. Ο Επίσκοπος της Ρώμης και Επίσκοποι της Δύσεως ήσαν εκείνοι που δίδαξαν διεστραμμένα τις αλήθειες του Ευαγγελίου, με αποτέλεσμα ν’αποκοπούν, να χωρισθούν από την «Μία Αγία Καθολική και Αποστολική Εκκλησία» και ν’αποτελέσουν σταδιακά ένα ξεχωριστό ανεξάρτητο πολιτικό-οικονομικό και διπλωματικό κράτος με έδρα το Βατικανό. Επομένως είναι λάθος να ονομάζουμε τον παπισμό εκκλησία και μάλιστα χριστιανική, γιατί οι παπικοί απομακρύνθηκαν από την Αποστολική Πίστη και δεν έχουν Αποστολική διαδοχή, δεν έχουν Ιεροσύνη, είναι αιρετικοί.
Από τότε πλέον οι λαοί της Δύσεως, με την σύμπραξη του Πάπα και τις κάθε είδους σταυροφορίες, προσπαθούν να υποδουλώσουν το βυζαντινό κράτος και την Ορθόδοξη Εκκλησία. Οι Βυζαντινοί αυτοκράτορες, για ν’αποφύγουν τον κίνδυνο και από τα δυτικά κράτη, έρχονται σε συνεννόηση με τον Πάπα της Ρώμης, συναντώνται σε Συνόδους και διαπραγματεύονται τα Δόγματα της Εκκλησίας, δηλαδή παζαρεύουν την Ορθοδοξία, προκειμένου να λάβουν στρατιωτική βοήθεια από την Δύση εναντίον των ποικίλων εχθρών του Βυζαντινού Κράτους.
Η Εκκλησιαστική Ιστορία αναφέρει Δέκα Συνόδους και άλλες τόσες συναντήσεις Ορθόδοξων και Παπικών μέχρι το 1453 μ.χ., όταν τελικά κυριεύθηκε η Κων/πολη από τους Οθωμανούς. Από αυτές τις Συνόδους ξεχωρίζουν δύο. Η πρώτη ήταν η Σύνοδος στην πόλη της Γαλλίας Λυών το 1274 μ.χ., όπου έγινε η ένωση της Ορθοδόξου αντιπροσωπείας με τους Παπικούς. Οι αποφάσεις αυτής της Συνόδου δεν εφαρμόσθηκαν, λόγω διαφόρων καταστάσεων αλλά και της αντιστάσεως του πιστού λαού του Βυζαντίου. Η αντίδραση εναντίον της ενώσεως ήταν γενική στην Ανατολή, η δε προσπάθεια του Αυτοκράτορα να την επιβάλει με την βία προκάλεσε μεγαλύτερη αντίδραση.
Η σημαντικότερη και τελευταία απόπειρα ενώσεως έγινε στη Σύνοδο Φερράρας-Φλωρεντίας, στη Βόρεια Ιταλία το 1438-1439, 14 χρόνια προτού να κυριεύσουν οι Οθωμανοί την Κων/πολη. Για τη Σύνοδο αυτή έχουμε τις περισσότερες πληροφορίες από τ’απομνημονεύματα του Μεγάλου Εκκλησιάρχη, θεολόγο και νομικό Σίλβεστρο Συρόπουλο, ο οποίος συμμετείχε στην πολυπληθή αντιπροσωπεία των Ορθοδόξων για την Σύνοδο αυτή. Γράφει λοιπόν ο Συρόπουλος: « Η Βυζαντινή αντιπροσωπεία με επικεφαλής τον αυτοκράτορα Ιωάννη τον 8ο Παλαιολόγο, τον Πατριάρχη Ιωσήφ, πολλούς Αρχιερείς και αξιωματούχους μετέβησαν στην Ιταλία, για να ζητήσουν στρατιωτική βοήθεια από τον Πάπα Ευγένιο τον 4ο και να διαπραγματευθούν την Ορθόδοξη Πίστη.
Όταν έφθασαν οι Ορθόδοξοι στην πόλη της Φερράρας, ο Πατριάρχης Ιωσήφ ζήτησε να του παραχωρήσουν ιδιαίτερο Ναό για να τελέσει τη Θεία Λειτουργία χωριστά από τους Λατίνους. Ο Πάπας τον παρέπεμψε στον Επίσκοπο της πόλεως, ο οποίος με διάφορες προφάσεις, αρνήθηκε να παραχωρήσει Ναό στους Ορθοδόξους. Τελικά μετά από πολλές θεολογικές συνεδριάσεις 17 μηνών στην Φερράρα και Φλωρεντία με τις πιέσεις του Αυτοκράτορα αλλά και τις ποικίλες πιέσεις του Πάπα, η Ορθόδοξη αντιπροσωπεία υπέγραψε την ένωση με τους Λατίνους, υπέγραψε την υποδούλωση της Ορθοδοξίας στον αιρετικό Πάπα.
Την απόφαση της Συνόδου δεν υπέγραψαν ο άγιος Μάρκος ο Ευγενικός, ο αδελφός του Ιωάννης Ευγενικός, ο Μητροπολίτης Σταυρουπόλεως Ησαΐας, οι εκπρόσωποι της εκκλησίας της Ιβηρίας-Γεωργίας δεν υπέγραψαν ο αδελφός του αυτοκράτορα Δημήτριος, ο φιλόσοφος Γεώργιος πλήθων και ο Γεώργιος Σχολάριος.
Όταν ο Πάπας πληροφορήθηκε ότι ο άγιος Μάρκος δεν υπέγραψε, δήλωσε με πικρία: « λοιπόν εποιήσαμεν ουδέν», είναι σαν να μην κάναμε τίποτε και πράγματι, γιατί όταν η Ορθόδοξη αντιπροσωπεία επέστρεψε στην Κων/πολη ο λαός αποδοκίμασε αυτούς που υπέγραψαν την ένωση και δεν εκκλησιάζονταν στους Ναούς που λειτουργούσαν οι ενωτικοί, οι προδόται της Ορθοδόξου Πίστεως μας.
Επί ενάμισι έτος συζητούσαν και συνεδρίαζαν στην Φερράρα και Φλωρεντία το αποτέλεσμα ήταν ότι υπέγραψαν την προδοσία της Ορθοδοξίας. Ωστόσο ο Πάπας δεν μπόρεσε να βοηθήσει στρατιωτικά και τελικά η Κων/πολη έπεσε στα χέρια των Οθωμανών. Το τι συμφωνήθηκε στη Σύνοδο μας το διασώζει ο Συρόπουλος στα λόγια του αυτοκράτορα Ιωάννου του 8ου Παλαιολόγου: «Ημείς ούτως εποιήσαμεν και εστέρξαμεν την ένωσιν, ίνα έχει εκάτερον μέρος τα έθη και την τάξιν, ην είχεν και πρότερον. Ούτε ημείς προσήλθομεν τη δόξη των Λατίνων, ουθ’οι Λατίνοι τη των Γραικών».
Όλα αυτά τ’αναφέρουμε για να επισημάνουμε:
Πρώτον: η αντιπροσωπεία των Ορθοδόξων στις Συνόδους, πρώτα διαλεγόταν, συζητούσε τις διαφορές στα δόγματα και εάν οι συμμετέχοντες συμφωνούσαν, τότε και μόνον τότε συμπροσεύχονταν και συλλειτουργούσαν, σε αντίθεση με τους σημερινούς Ορθόδοξους Οικουμενιστές.
Δεύτερον: Απ’όλες αυτές τις Συνόδους, από το 1054 μ.χ. έως το 1453, βγαίνει το συμπέρασμα ότι οι Παπικοί, οι Λατίνοι ήταν και είναι ανυποχώρητοι στις αιρετικές τους διδασκαλίες « Οίδαμεν γαρ ότι οι Λατίνοι ουδόλως μεταβάλλωσι τι ων δοξάξουζι» σημειώνει ο Σίλβεστρος Συρόπουλος.
Τρίτον: Όταν οι Ορθόδοξοι αντιπρόσωποι υποχωρούσαν στα Δόγματα, όταν πρόδιδαν την Ορθόδοξη Πίστη, οι Ιερείς, οι Μοναχοί και ο πιστός λαός του θεού, οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί ήταν εκείνοι που ακύρωναν τις προδοτικές αποφάσεις και ενώσεις, γιατί είχαν σε μεγάλο βαθμό το Ορθόδοξο φρόνημα, ώστε αντιστέκονταν στις αποφάσεις του αυτοκράτορα, του Πατριάρχη και των Μητροπολιτών, τος οποίους ονόμαζαν προδότες της Ορθοδοξίας. Σε αντίθεση με την εποχή μας όπου έχουμε πέσει σε διαρκή θρησκευτικό λήθαργο.
Τέταρτον: Όλην αυτήν την προδοτική αναστάτωση στον χώρο της Εκκλησίας, την δημιουργούν η ομάδα των Οικουμενιστών Επισκόπων του Πατριαρχείου Κων/πόλεως με την αιρετική ομάδα του Βατικανού. Αυτά τα λίγα άτομα με δικτατορικό τρόπο θέλουν να εφαρμόσουν τα σκοτεινά σχέδια της Νέας Τάξης Πραγμάτων και να ενώσουν δήθεν όλους τους Χριστιανούς και στη συνέχεια να ενώσουν όλες τις δαιμονικές θρησκείες με την Ορθόδοξη Πίστη σε μία Παγκόσμια Θρησκεία, ισοπεδώνοντας το πρόσωπο του θεανθρώπου Ιησού Χριστού με τον Μωάμεθ, με τον Βούδα και με όλες τις θεότητες του Ινδοϊσμού, του Βραχμανισμού και άλλων δοξασιών.
Ο αγώνας της Παπικής αιρέσεως να υποτάξει και υπουδουλώσει την Ορθόδοξη Εκκλησία του Χριστού συνεχίζεται. Δεκάδες συναντήσεις και συνεδριάσεις ακολούθησαν μεταξύ των Παπικών και Ορθόδοξων και στα χρόνια της Τουρκοκρατίας.
Όμως όλες οι Τοπικές Σύνοδοι της Κων/πόλεως έως το 1895 καταδίκασαν τις παπικές αιρέσεις. Οι τότε αγιασμένοι Πατέρες, οι Επίσκοποι, ο κλήρος, οι Μοναχοί και ο λαός αντιστάθηκαν, γιατί πίστευαν ότι ο παπισμός είναι αίρεση χωρίς την θεία χάρη, χωρίς μυστήρια.
Οι άγιοι Απόστολοι λοιπόν και οι Αποστολικοί Πατέρες αγωνίστηκαν, ώστε να μην αναμειχθεί η χριστιανική πίστη με την παναίρεση του Γνωστικισμού. Τα πρόσωπα όμως αλλάζουν και όπως στην Ιστορία των κρατών παρουσιάζονται προδότες της πατρίδος και γίνονται αιτία να υποδουλωθεί το κράτος, έτσι και στον χώρο του χριστιανισμού. Από τα τέλη του 19ου παρουσιάστηκαν προδότες της Ορθοδοξίας Πατριάρχες και Μητροπολίτες, οι οποίοι γνωρίζοντας την αδιαφορία και την άγνοια του λαού σχετικά με την Ορθόδοξη πίστη, με δόλιο τρόπο ανέμειξαν την Ορθοδοξία με την παναίρεση του Οικουμενισμού. Και σήμερα υπάρχει ανάμειξη αιρέσεων και θρησκειών και έχουν όλοι την αίσθηση ότι με διαφορετικούς τρόπους λατρείας πιστεύουν και προσκυνούν τον ίδιο θεό. Ενιαία διοίκηση, ενιαία οικονομία, ένα νόμισμα, μία θρησκεία! Ποτέ άλλοτε, ο Θρησκευτικός Συγκρητισμός, δεν θα μπορούσε να έχει τόσο ευνοϊκές συνθήκες αναπτύξεως όσες διαθέτει σήμερα.
Το άθεο Δόγμα του Οικουμενισμού εμφανίζεται για πρώτη φορά το 1878 στον αιρετικό προτεσταντικό χώρο, ως προσπάθεια προσεγγίσεως και συνεργασίας όλων των προτεσταντικών ομάδων. Στην γεμάτη από αιρετικές παρασυναγωγές Ευρώπη, από το 1850 παρουσιάζεται ένας θρησκευτικός αποχρωματισμός. Ο μεγάλος πληθυσμός των πόλεων πέφτει στην απιστία ο κλήρος απομακρύνεται από τον λαό, οι ναοί αδειάζουν και γενικά επικρατεί αδιαφορία και αποξένωση.
Μπροστά σ’αυτόν τον κίνδυνο της διαλύσεως των ψευδοεκκλησιών, παρουσιάζονται συντηρητικές ομάδες πού αναζητούν συνεργασία και ενοποίηση. Μετά από πολλές ενοποιήσεις των Προτεσταντικών ομάδων στην Αγγλία, στην Γερμανία, στη Γαλλία, στην Ολλανδία και στην Αμερική, φτάνουμε το 1948 στην Γενική Συνέλευση στο Άμστερνταμ της Ολλανδίας, όπου με την συμμετοχή 147 προτεσταντικών ομολογιών, ιδρύεται το Σατανικό συνονθύλευμα των αιρέσεων, το Π.Σ.Ε. Αντιπροσώπους έστειλαν μόνον το Οικουμενικό Πατριαρχείο, η Εκκλησία της Κύπρου και η πρωτοπόρος εκκλησία της Ελλάδος.
Σε αντίθεση με τον Παπισμό, η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι και ιδρυτικό Μέλος αυτού του Οργανισμού που λέγεται Π.Σ.Ε. και μάλιστα χάρη στη συμμετοχή των προδοτών του Οικουμενικού Πατριαρχείου, οι προσπάθειες των Προτεσταντών πήραν Οικουμενικό χαρακτήρα. Εάν δεν συμμετείχαν οι Ορθόδοξοι Οικουμενιστές, η όλη κίνηση θα έμενε στα πλαίσια αδιεξόδου προτεσταντικού διαλόγου, χωρίς κύρος και αποτέλεσμα παγχριστιανικής συνεργασίας. Ο Παπισμός δεν έγινε μέλος του Π.Σ.Ε. και τούτο γιατί διακηρύττει: « η ένωση των χριστιανών μπορεί να γίνει μόνον με την επιστροφή όλων των χριστιανών στη μόνη αληθινή εκκλησία του χριστού πού είναι η Ρωμαιοκαθολική», αλλά συμμετέχει ενεργά στο έργο διαφόρων επιτροπών του Π.Σ.Ε. και προσπαθεί να επηρεάσει την όλη πορεία του προς ίδιον όφελος, με βάση τον Παποκεντρικό Οικουμενισμό, όπως καθορίστηκε το 1965 στη Β΄Βατικανή Σύνοδο.
Και ενώ όλα τα Ορθόδοξα Πατριαρχεία και οι τοπικές εκκλησίες, εκτός της Κων/πόλεως, αρνήθηκαν να συμμετέχουν στο Π.Σ.Ε. η δυναμική αυτή κίνηση υποχωρεί σταδιακά και οι Ορθόδοξες Εκκλησίες υποβάλλουν αιτήσεις για να γίνουν δεκτές ως Μέλη του Π.Σ.Ε. στη Γενική Συνέλευση του Νέου Δελχί το 1961. Η προδοσία της Ορθοδοξίας σε όλο της το μεγαλείο.
Μακαριώτατε, πατέρες αγαπητοί εν Χριστώ,
Η εποχή μας ταλανίζεται από πολλές και διάφορες αιρέσεις και κυρίως από τον Οικουμενισμό, ο οποίος περιέχει το σύνολο των αιρέσεων και προβάλλεται και επιβάλλεται από τα δήθεν πλέον Ορθόδοξα Πατριαρχεία. Αυτή είναι η διαφορά του άθεου Οικουμενισμού από τις παλαιότερες γνωστές αιρέσεις, οι οποίες αμφισβητούσαν μία συγκεκριμένη χριστιανική αλήθεια.
Το οικουμενιστικό όραμα στην προέκτασή του δεν περιορίζεται μόνο στην ένωση των χριστιανικών εκκλησιών-παρασυναγωγών Ορθοδόξων, Παπικών, Προτεσταντών Αντιχαλκιδονίων, αλλά επεκτείνεται και στις «θρησκείες του κόσμου». Σε πρώτη φάση ξεκινά από τις λεγόμενες μονοθεϊστικές θρησκείες, τον Χριστιανισμό, τον Ιουδαϊσμό και το Ισλάμ με προοπτική να επεκταθεί και στις υπόλοιπες, τον Ινδουϊσμό, τον Βουδισμό κ.άλλες. Όλοι θα παραμείνουν στις πλάνες τους αμετακίνητοι και μόνον οι Ορθόδοξοι θα μετακινηθούμε, από την μόνη αληθινή πίστη, για ν’αποδεχθούμε τις δαιμονικές θεωρείες όλων των αιρέσεων και θρησκειών και όλα αυτά γίνονται στο όνομα της υποκριτικής αγάπης.
Η διαπίστωση είναι ότι στην αρχή της 3ης μ.χ. χιλιετίας η Ορθόδοξη εκκλησία μάχεται και πολεμά με τα κύματα ενός ύπουλου εσωτερικού εχθρού, του σύγχρονου θρησκευτικού συγκρητισμού, του Οικουμενισμού. Το πλοίο της Εκκλησίας κλυδωνίζεται και πάλι εμείς όμως γνωρίζουμε ότι όσες θύελλες και αν ξεσπάσουν, όσοι πόλεμοι κι αν κηρυχθούν, όσα κύματα και αν σηκωθούν, η κιβωτός της σωτηρίας μας, η αγία μας εκκλησία «ναυάγιον ουχ υπομένει», γιατί έχει καπετάνιο τον ίδιο τον χριστό, ο οποίος μας βεβαιώνει «και πύλαι άδου ου κατισχύσουσιν αυτής» (Ματ. Ι ΣΤ, 18),δηλαδή όλες οι δυνάμεις τους σκότους δεν θα υπερισχύσουν αυτής.
Τελειώνοντας θα ήθελα να ευχαριστήσω τον Μακαριώτατο Αρχιέπισκοπο μας κ. Καλλίνικο, τους αγίους Αρχιερείς της Ιεράς ημών Συνόδου, για την τιμή που μου ανέθεσαν την ομιλία της σημερινής ομολογιακής συνάξεως.
Ευχαριστίες προς τους λοιπούς Πατέρες και πρός όλους εσάς για τον κόπο και την υπομονή να με ακούσετε.
Εύχομαι καλό υπόλοιπο της αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής και να μας αξιώσει ο Θεός να εορτάσουμε το άγιο Πάσχα.
Ευχαριστώ
